alphabet
al
al
al
pha
fa
fa
bet
ˈbe:t
bet

Ορισμός και σημασία του "alphabet"στα γερμανικά

Das Alphabet
[gender: neuter]
01

αλφάβητο, ταξινομημένη σειρά γραμμάτων

Geordnete Reihe von Buchstaben einer Sprache
das Alphabet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Alphabet(e)s
πληθυντικός τύπος
Alphabete
Παραδείγματα
Das Alphabet hilft beim Lesen und Schreiben.
Το αλφάβητο βοηθάει στην ανάγνωση και τη γραφή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store