der Alltag
Pronunciation
/ˈaltaːk/

Ορισμός και σημασία του "alltag"στα γερμανικά

Der Alltag
[gender: masculine]
01

καθημερινή ζωή, καθημερινή ρουτίνα

Der regelmäßige Ablauf gewöhnlicher Aktivitäten und Pflichten im täglichen Leben
der Alltag definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Alltag(e)s
Παραδείγματα
Nach dem Urlaub fällt die Rückkehr in den Alltag schwer.
Μετά τις διακοπές, η επιστροφή στην καθημερινή ρουτίνα είναι δύσκολη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store