die allee
a
a
a
llee
ˈle:
le
alleali

Ορισμός και σημασία του "allee"στα γερμανικά

01

λεωφόρος, δρόμος με δέντρα

gerade Straße, die auf beiden Seiten von Bäumen gesäumt ist 
die Allee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Alleen
γενική πτώση
Allee
Παραδείγματα
Die Allee ist schön. 

Η λεωφόρος είναι όμορφη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store