das Alibi
a
ˈa:
a
li
li
li
bi
bi
bi

Ορισμός και σημασία του "alibi"στα γερμανικά

01

άλλοθι, υπεράσπιση

Ein Beweis, dass jemand zur Tatzeit woanders war 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Alibis
γενική πτώση
Alibis
Παραδείγματα
Er hatte ein sicheres Alibi. 

Είχε ένα στερεό άλλοθι.

02

δικαιολογία, πρόφαση

ein Vorwand oder eine Ausrede, um etwas zu rechtfertigen oder zu vermeiden 
Παραδείγματα
Er benutzte die Arbeit als Alibi. 

Χρησιμοποίησε τη δουλειά ως άλλοθι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store