der Alarm
Pronunciation
/aˈlaʁm/

Ορισμός και σημασία του "alarm"στα γερμανικά

Der Alarm
[gender: masculine]
01

συναγερμός, προειδοποίηση

Ein lautes oder sichtbares Signal, das vor Gefahr warnt oder auf einen Notfall hinweist
der Alarm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Alarms
πληθυντικός τύπος
Alarme
Παραδείγματα
Die Polizei reagierte sofort auf den Alarm.
Η αστυνομία αντέδρασε αμέσως στην συναγερμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store