der alarm
a
a
α
larm
ˈlaʁm
λαρμ
charmewarmdarm

Ορισμός και σημασία του "alarm"στα γερμανικά

01

συναγερμός, προειδοποίηση

Ein lautes oder sichtbares Signal, das vor Gefahr warnt oder auf einen Notfall hinweist 
der Alarm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Alarme
γενική πτώση
Alarms
Παραδείγματα
Plötzlich ging der Alarm los. 

Ξαφνικά, ο συναγερμός ενεργοποιήθηκε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store