Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Alarm
[gender: masculine]
01
συναγερμός, προειδοποίηση
Ein lautes oder sichtbares Signal, das vor Gefahr warnt oder auf einen Notfall hinweist
Παραδείγματα
Die Polizei reagierte sofort auf den Alarm.
Η αστυνομία αντέδρασε αμέσως στην συναγερμό.


























