Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
akzeptieren
[past form: akzeptierte]
01
αποδέχομαι, παίρνω
Etwas oder jemanden annehmen, obwohl man möglicherweise anderer Meinung ist
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
akzeptiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
akzeptiert
ενεστώτα μετοχή
akzeptierend
απλός αόριστος
akzeptierte
παθητική μετοχή
akzeptiert
Παραδείγματα
Akzeptierst du Kreditkarten?
Δέχεστε πιστωτικές κάρτες;



























