akzeptabel
akzeptabel
akt͡sɛpta:bl
aktseptabl

Ορισμός και σημασία του "akzeptabel"στα γερμανικά

akzeptabel
01

αποδεκτός, παραδεκτός

Ausreichend gut, um akzeptiert oder toleriert zu werden 
akzeptabel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am akzeptabelsten
συγκριτικός βαθμός
akzeptabler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Ergebnis ist akzeptabel. 

Το αποτέλεσμα είναι αποδεκτό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store