die ahnung
ah
ˈa:
α
nung
nʊng
νουνγκ
ahndung

Ορισμός και σημασία του "ahnung"στα γερμανικά

01

διαίσθηση, ιδέα

Ein Gefühl oder Wissen über etwas, oft ohne Beweise 
die Ahnung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Ahnungen
γενική πτώση
Ahnung
Παραδείγματα
Ich habe keine Ahnung, wo er ist. 

Δεν έχω καμία ιδέα πού βρίσκεται.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store