Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agieren
01
παίζω, ενεργώ
Auf der Bühne oder in einer bestimmten Rolle oder Situation handeln oder auftreten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
agiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
agiert
ενεστώτα μετοχή
agierend
απλός αόριστος
agierte
παθητική μετοχή
agiert
Παραδείγματα
Auf der Bühne agieren erfahrene Schauspieler.
Στη σκηνή, ενεργούν έμπειροι ηθοποιοί.



























