Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
achten
[past form: achtete]
01
δίνω προσοχή σε, παρακολουθώ
Auf etwas aufmerksam sein, etwas beachten, auf etwas aufpassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
achte
γ΄ ενικό πρόσωπο
achtet
ενεστώτα μετοχή
achtend
απλός αόριστος
achtete
παθητική μετοχή
geachtet
Παραδείγματα
Sie achtet genau auf die Details.
Αυτή δίνει προσοχή στις λεπτομέρειες.
02
σεβόμαι
Jemanden respektieren oder wertschätzen
Παραδείγματα
Wir achten die Arbeit aller Kollegen.
Σεβόμαστε τη δουλειά όλων των συναδέλφων.



























