Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
achten
01
δίνω προσοχή σε, παρακολουθώ
Auf etwas aufmerksam sein, etwas beachten, auf etwas aufpassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
achte
γ΄ ενικό πρόσωπο
achtet
ενεστώτα μετοχή
achtend
απλός αόριστος
achtete
παθητική μετοχή
geachtet
Παραδείγματα
Achte auf den Verkehr!
Προσέξτε την κυκλοφορία !
02
σεβόμαι
Jemanden respektieren oder wertschätzen
Παραδείγματα
Ich achte meinen Lehrer sehr.
Σέβομαι πολύ τον δάσκαλό μου.



























