achten
achten
axtn
akhtn

Ορισμός και σημασία του "achten"στα γερμανικά

achten
01

δίνω προσοχή σε, παρακολουθώ

Auf etwas aufmerksam sein, etwas beachten, auf etwas aufpassen 
achten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
achte
γ΄ ενικό πρόσωπο
achtet
ενεστώτα μετοχή
achtend
απλός αόριστος
achtete
παθητική μετοχή
geachtet
Παραδείγματα
Achte auf den Verkehr! 

Προσέξτε την κυκλοφορία !

02

σεβόμαι

Jemanden respektieren oder wertschätzen 
achten definition and meaning
Παραδείγματα
Ich achte meinen Lehrer sehr. 

Σέβομαι πολύ τον δάσκαλό μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store