die achsel
ach
ˈak
ak
sel
səl
sēl
achtel

Ορισμός και σημασία του "achsel"στα γερμανικά

01

μασχάλη, μασχαλιαία κοιλότητα

der Bereich unterhalb des Arms, der die Schulter mit dem Oberarm verbindet 
die Achsel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Achseln
γενική πτώση
Achsel
Παραδείγματα
Die Achsel wird oft von Haaren bedeckt. 

Η μασχάλη συχνά καλύπτεται από τρίχες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store