der abzug
ab
ˈap
ap
zug
ˌtsu:k
tsook
anzug

Ορισμός και σημασία του "abzug"στα γερμανικά

01

αφαίρεση, έκπτωση

Ein Betrag, der von einem Geldbetrag, z. B. Gehalt oder Rechnung, abgezogen wird 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Abzüge
γενική πτώση
Abzug(e)s
Παραδείγματα
Der Abzug der Steuern erfolgt automatisch vom Gehalt. 

Η αφαίρεση των φόρων γίνεται αυτόματα από τον μισθό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store