der Abzug
Pronunciation
/ˈapˌʦuːk/

Ορισμός και σημασία του "abzug"στα γερμανικά

Der Abzug
[gender: masculine]
01

αφαίρεση, έκπτωση

Ein Betrag, der von einem Geldbetrag, z. B. Gehalt oder Rechnung, abgezogen wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Abzug(e)s
πληθυντικός τύπος
Abzüge
Παραδείγματα
Die Abzüge werden auf dem Gehaltszettel aufgeführt.
Οι κρατήσεις αναγράφονται στο δελτίο μισθοδοσίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store