Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Abzug
01
αφαίρεση, έκπτωση
Ein Betrag, der von einem Geldbetrag, z. B. Gehalt oder Rechnung, abgezogen wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Abzüge
γενική πτώση
Abzug(e)s
Παραδείγματα
Der Abzug der Steuern erfolgt automatisch vom Gehalt.
Η αφαίρεση των φόρων γίνεται αυτόματα από τον μισθό.



























