abhängen
ab
ˈap
ap
hän
ˌhɛn
hen
gen
gən
gēn
abhärtenabfangenabdrängen

Ορισμός και σημασία του "abhängen"στα γερμανικά

abhängen
01

εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε

Von etwas oder jemandem abhängig sein 
abhängen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
hängen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hänge ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
hängt ab
ενεστώτα μετοχή
abhängend
απλός αόριστος
hing ab
παθητική μετοχή
abgehangen
Παραδείγματα
Das Ergebnis hängt vom Wetter ab. 

Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τον καιρό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store