abhängen
Pronunciation
/ˈaphɛŋən/

Ορισμός και σημασία του "abhängen"στα γερμανικά

abhängen
01

εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε

Von etwas oder jemandem abhängig sein
abhängen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
hängen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hänge ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
hängt ab
ενεστώτα μετοχή
abhängend
απλός αόριστος
hing ab
παθητική μετοχή
abgehangen
Παραδείγματα
Alles hängt von seiner Entscheidung ab.
Όλα εξαρτώνται από την απόφασή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store