Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abheben
01
αναλαμβάνω, παίρνω
Geld oder etwas von einer Oberfläche wegnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
heben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hebe ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
hebt ab
ενεστώτα μετοχή
abhebend
απλός αόριστος
hob ab
παθητική μετοχή
abgehoben
Παραδείγματα
Für den Urlaub möchte ich noch etwas Geld abheben.
Για τις διακοπές, θέλω να κάνω ανάληψη λίγα χρήματα ακόμα.
02
ξεχωρίζω, διακρίνομαι
Deutlich anders sein als andere
Παραδείγματα
Das Gebäude hebt sich von der Umgebung ab.
Το κτίριο ξεχωρίζει από το περιβάλλον.



























