Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abheben
01
αναλαμβάνω, παίρνω
Geld oder etwas von einer Oberfläche wegnehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
heben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
hebe ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
hebt ab
ενεστώτα μετοχή
abhebend
απλός αόριστος
hob ab
παθητική μετοχή
abgehoben
Παραδείγματα
Ich habe gestern 200 Euro vom Automaten abgehoben.
Χθες ανέλαβα 200 ευρώ από το ΑΤΜ.
02
ξεχωρίζω, διακρίνομαι
Deutlich anders sein als andere
Παραδείγματα
Ihre Meinung hebt sich von der der anderen ab.
Η γνώμη της ξεχωρίζει από τις άλλες.



























