Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'isolateur
01
matériau ou dispositif qui empêche ou limite le passage du courant électrique
γραμματικές πληροφορίες
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le plastique est un bon isolateur électrique.
LanGeek



























