Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le thérémine
01
θερεμίν, θερεμίν μουσικό όργανο
instrument électronique qui produit du son sans contact physique ; le musicien contrôle la hauteur et le volume en déplaçant les mains près de deux antennes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
thérémines
Παραδείγματα
Le thérémine produit un son éthéré et flottant.
Το θέρεμιν παράγει ένα αιθέριο και αιωρούμενο ήχο.



























