Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le blogging
01
ιστολογραφία, μπλόκινγκ
rédaction et publication régulière de contenus sur un blog, pouvant inclure des textes, images, vidéos ou liens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle pratique le blogging pour partager ses recettes de cuisine.
Εκείνη ασκεί το blogging για να μοιράζεται τις συνταγές μαγειρικής της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blogging
blog



























