Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La plaque chauffante
01
θερμαντική πλάκα, ζεστή πλάκα
appareil électrique plat utilisé pour chauffer, cuire ou maintenir la température des aliments, souvent sur une table ou dans une cuisine portable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
plaques chauffantes
Παραδείγματα
La plaque chauffante peut être réglée à différentes températures.
Η θερμαινόμενη πλάκα μπορεί να ρυθμιστεί σε διαφορετικές θερμοκρασίες.



























