le koi
Pronunciation
/kwˈa/

Ορισμός και σημασία του "koi"στα γαλλικά

01

κυπρίνος κόι, κόι

poisson d'eau douce, souvent coloré et décoratif, élevé dans des bassins ou jardins aquatiques, issu de la carpe commune
le koi definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
kois
Παραδείγματα
Certains koi peuvent vivre plusieurs dizaines d' années.
Μερικά koi μπορούν να ζήσουν για αρκετές δεκαετίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store