Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le poisson volant
01
πετών ψάρι, πετώντα ψάρια
poisson marin doté de grandes nageoires pectorales qui lui permettent de sauter hors de l'eau et de planer sur de courtes distances pour échapper aux prédateurs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poissons volants
Παραδείγματα
Le poisson volant échappe facilement aux prédateurs grâce à ses bonds.
Το ιπτάμενο ψάρι ξεφεύγει εύκολα από τους θηρευτές χάρη στα άλματά του.



























