Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bad beat
01
κακό χτύπημα, άτυχη ήττα
situation où un joueur perd un pot malgré avoir eu une très bonne main, souvent face à un improbable tirage ou une main surprise de l'adversaire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bad beats
Παραδείγματα
Il a subi un bad beat avec un carré de dames face à une quinte flush.
Υπέστη ένα bad beat με καρέ βασίλισσες εναντίον ενός straight flush.



























