Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La salle de jeux
01
αίθουσα παιχνιδιών, δωμάτιο παιχνιδιών
pièce aménagée pour jouer, se divertir ou pratiquer des activités de loisir, pour les enfants ou les adultes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
salles de jeux
Παραδείγματα
Cette salle de jeux est réservée aux résidents.
Αυτός ο χώρος παιχνιδιών είναι αποκλειστικά για τους κατοίκους.



























