Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le fil neutre
01
ουδέτερο καλώδιο, ουδέτερος αγωγός
conducteur électrique qui permet le retour du courant vers la source dans un circuit alternatif, assurant ainsi la continuité du circuit et la sécurité de l'installation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
fils neutres
Παραδείγματα
Le fil neutre est raccordé au tableau électrique.
Το ουδέτερο καλώδιο είναι συνδεδεμένο με τον ηλεκτρικό πίνακα.



























