Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le moulin à vent
01
ανεμόμυλος, ανεμογεννήτρια
construction équipée d'ailes mises en mouvement par le vent, utilisée traditionnellement pour moudre le grain, pomper de l'eau ou produire de l'énergie mécanique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
moulins à vent
Παραδείγματα
Le moulin à vent domine le paysage rural.
Ο ανεμόμυλος κυριαρχεί στο αγροτικό τοπίο.



























