le pont suspendu
pont
pɔ̃
paw
suspendu
syspɑ̃dy
süspaadü

Ορισμός και σημασία του "pont suspendu"στα γαλλικά

Le pont suspendu
01

κρεμαστή γέφυρα, αιωρούμενη γέφυρα

pont dont le tablier est suspendu à de grands câbles porteurs, eux-mêmes fixés à des pylônes et à des ancrages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ponts suspendus
Παραδείγματα
Le pont suspendu traverse le fleuve sur plusieurs centaines de mètres. 

Η κρεμαστή γέφυρα διασχίζει το ποτάμι για αρκετές εκατοντάδες μέτρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store