Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jeu de mots
01
παιχνίδι λέξεων, καλαμπούρι
utilisation astucieuse ou amusante des mots pour créer un effet comique, surprenant ou poétique, souvent en exploitant leur double sens ou leur ressemblance sonore
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jeux de mots
Παραδείγματα
Il a fait un jeu de mots qui a fait rire toute la classe.
Έκανε ένα παιχνίδι λέξεων που έκανε όλη την τάξη να γελάσει.



























