le jeu de mots
jeu
ʒødmo
ζёντμο
de
mots

Ορισμός και σημασία του "jeu de mots"στα γαλλικά

Le jeu de mots
01

παιχνίδι λέξεων, καλαμπούρι

utilisation astucieuse ou amusante des mots  pour créer un effet comique, surprenant ou poétique, souvent en exploitant leur double sens ou leur ressemblance sonore 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jeux de mots
Παραδείγματα
Il a fait un jeu de mots qui a fait rire toute la classe. 

Έκανε ένα παιχνίδι λέξεων που έκανε όλη την τάξη να γελάσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store