Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relié
01
δεμένος, συνδεδεμένος
qui est assemblé par une couverture ou un système de fixation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
relié
αρσενικό πληθυντικό
reliés
θηλυκό ενικό
reliée
θηλυκό πληθυντικό
reliées
Παραδείγματα
Ils ont fait imprimer un album photo relié.
Έκαναν να τυπωθεί ένα φωτογραφικό άλμπουμ δεμένο.



























