relié
relié
ʁəlje
ghēlye

Ορισμός και σημασία του "relié"στα γαλλικά

01

δεμένος, συνδεδεμένος

qui est assemblé par une couverture ou un système de fixation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
relié
αρσενικό πληθυντικό
reliés
θηλυκό ενικό
reliée
θηλυκό πληθυντικό
reliées
Παραδείγματα
Un livre relié coûte souvent plus cher. 

Ένα δεμένο βιβλίο κοστίζει συχνά περισσότερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store