Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remastériser
01
ρεμαστερ, ξανακάνω το mastering
refaire le travail de mastering d'un son ou d'une vidéo afin d'obtenir une meilleure qualité (clarté, volume, netteté)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remastérise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remastérisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remastériserai
παθητική μετοχή
remastérisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remastérisions
Παραδείγματα
On remastérise souvent les jeux vidéo classiques pour les nouvelles consoles.
Τα κλασικά βιντεοπαιχνίδια αναβαθμίζονται συχνά για τις νέες κονσόλες.



























