Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remastériser
01
ρεμαστερ, ξανακάνω το mastering
refaire le travail de mastering d'un son ou d'une vidéo afin d'obtenir une meilleure qualité (clarté, volume, netteté)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
remastérise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
remastérisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
remastériserai
παθητική μετοχή
remastérisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
remastérisions
Παραδείγματα
Le studio remastérise un vieil album des années 70.
Το στούντιο κάνει remaster ένα παλιό άλμπουμ της δεκαετίας του '70.



























