Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
surjouer
01
υπερπαίζω, υπερβολικά υποδύομαι
interpréter un rôle avec trop d'intensité ou d'exagération, au point de manquer de naturel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surjoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surjouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surjouerai
παθητική μετοχή
surjoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surjouions
Παραδείγματα
Il surjoue toutes ses répliques dans ce film.
Υπερβολικά υποδύεται όλες τις ατάκες του σε αυτήν την ταινία.



























