surjouer
Pronunciation
/syʁʒuˈe/

Ορισμός και σημασία του "surjouer"στα γαλλικά

surjouer
01

υπερπαίζω, υπερβολικά υποδύομαι

interpréter un rôle avec trop d'intensité ou d'exagération, au point de manquer de naturel
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surjoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surjouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surjouerai
παθητική μετοχή
surjoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surjouions
Παραδείγματα
La comédienne a surjoué la colère.
Η ηθοποιός υπερέβαλε στην απεικόνιση της οργής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store