surjouer
surjouer
syʁʒue
süghzhooe

Ορισμός και σημασία του "surjouer"στα γαλλικά

surjouer
01

υπερπαίζω, υπερβολικά υποδύομαι

interpréter un rôle avec trop d'intensité ou d'exagération, au point de manquer de naturel 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
surjoue
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
surjouons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
surjouerai
παθητική μετοχή
surjoué
α΄ πληθυντικό παρατατικού
surjouions
Παραδείγματα
Il surjoue toutes ses répliques dans ce film. 

Υπερβολικά υποδύεται όλες τις ατάκες του σε αυτήν την ταινία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store