Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La voix off
01
φωνή εκτός οθόνης, αφήγηση
voix entendue dans un film ou une vidéo, mais venant d'une personne qu'on ne voit pas à l'image
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
voix off
Παραδείγματα
Le narrateur parle en voix off pendant toute la scène.
Ο αφηγητής μιλάει με φωνή εκτός οθόνης καθ' όλη τη σκηνή.
LanGeek



























