Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le stand-up
01
στάντ απ κωμωδία, μονόλογος κωμωδίας
forme de spectacle humoristique où un artiste, seul sur scène, raconte des anecdotes, fait des blagues et interagit souvent avec le public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le stand - up devient de plus en plus populaire en France.
Το stand-up γίνεται όλο και πιο δημοφιλές στη Γαλλία.



























