Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le stand-up
01
στάντ απ κωμωδία, μονόλογος κωμωδίας
forme de spectacle humoristique où un artiste, seul sur scène, raconte des anecdotes , fait des blagues et interagit souvent avec le public
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Elle rêve de faire du stand-up sur les scènes parisiennes.
Ονειρεύεται να κάνει στάντ απ στις σκηνές του Παρισιού.
LanGeek



























