Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ventriloquie
01
γαστρολογία, βεντριλοκισμός
technique artistique consistant à produire une voix semblant venir d'une marionnette ou d'un autre objet, tout en gardant la bouche presque immobile
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle pratique la ventriloquie depuis l'enfance.
Ασκεί την γαστρολογία από την παιδική της ηλικία.



























