Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ventriloquie
01
γαστρολογία, βεντριλοκισμός
technique artistique consistant à produire une voix semblant venir d'une marionnette ou d'un autre objet, tout en gardant la bouche presque immobile
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Les artistes de ventriloquie travaillent souvent avec des marionnettes en bois.
Οι καλλιτέχνες της γαστρολογίας συχνά εργάζονται με ξύλινες μαριονέτες.



























