la ventriloquie
vent
vɑ̃t
βατ
ri
ʁi
ρι
lo
λο
quie
ki
κι

Ορισμός και σημασία του "ventriloquie"στα γαλλικά

La ventriloquie
01

γαστρολογία, βεντριλοκισμός

technique artistique consistant à produire une voix semblant venir d'une marionnette ou d'un autre objet, tout en gardant la bouche presque immobile 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle pratique la ventriloquie depuis l'enfance. 

Ασκεί την γαστρολογία από την παιδική της ηλικία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store