Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'école d'art
01
σχολή τέχνης, ακαδημία καλών τεχνών
établissement où l'on enseigne les disciplines artistiques (dessin, peinture, sculpture, photographie, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
écoles d'art
Παραδείγματα
Elle rêve d'entrer dans une grande école d'art.
Ονειρεύεται να μπει σε μια μεγάλη σχολή καλών τεχνών.



























