Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La boîte de peinture
01
κουτί χρωμάτων, κουτί βαφής
récipient contenant plusieurs couleurs de peinture, souvent sous forme de pastilles ou tubes, utilisé pour le dessin et la peinture
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
boîtes de peinture
Παραδείγματα
Les enfants ont reçu une boîte de peinture pour Noël.
Τα παιδιά έλαβαν ένα κουτί χρωμάτων για τα Χριστούγεννα.



























