le pain à l'ail
pain
pẽ
π
à
a
α
l'ail
l‿aj
λαγ

Ορισμός και σημασία του "pain à l'ail"στα γαλλικά

Le pain à l'ail
01

ψωμί με σκόρδο, σκορδόψωμο

pain généralement tranché et recouvert de beurre à l'ail, parfois cuit au four jusqu'à être doré et croustillant 
le pain à l'ail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pains à l'ail
Παραδείγματα
J'ai préparé du pain à l'ail pour accompagner les pâtes. 

Ετοίμασα ψωμί σκόρδο για να συνοδεύσει τα ζυμαρικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store