Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cuire à la vapeur
01
μαγειρεύω στον ατμό, ατμοποιώ
préparer un aliment en utilisant la vapeur produite par de l'eau bouillante, ce qui permet une cuisson douce sans contact direct avec l'eau
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
μόριο
à la vapeur
βασικό ρήμα
cuire
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
cuis à la vapeur
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
cuisons à la vapeur
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
cuirai à la vapeur
παθητική μετοχή
cuit à la vapeur
α΄ πληθυντικό παρατατικού
cuisions à la vapeur
Παραδείγματα
Elle cuit à la vapeur les légumes pour conserver leurs vitamines.
Μαγειρεύει στον ατμό τα λαχανικά για να διατηρήσει τις βιταμίνες τους.



























