Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tasse à mesurer
01
μεζούρα, κύπελλο μέτρησης
récipient gradué utilisé pour mesurer précisément des liquides ou des ingrédients secs en cuisine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tasses à mesurer
Παραδείγματα
On peut mesurer les liquides et les ingrédients secs avec la tasse à mesurer.
Τα υγρά και τα ξηρά συστατικά μπορούν να μετρηθούν με το μεζούρα.



























