Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le tangerine
01
μανταρίνι, τανζερίνα
petit agrume à peau fine et facile à peler, au goût sucré et légèrement acidulé
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tangerines
Παραδείγματα
Elle mange une tangerine après le déjeuner.
Τρώει ένα μανταρίνι μετά το μεσημεριανό.



























