l'ascot
as
as
as
cot
kɔt
kawt
pestocapotjabotmarco

Ορισμός και σημασία του "ascot"στα γαλλικά

01

φουλάρ, ευρεία και μαλακή γραβάτα

foulard ou cravate large et souple porté autour du cou, souvent pour un style élégant ou formel 
l'ascot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ascots
Παραδείγματα
Il porte un ascot gris avec son costume. 

Φοράει ένα γκρι ascot με το κοστούμι του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store