l'ascot
Pronunciation
/askˈo/

Ορισμός και σημασία του "ascot"στα γαλλικά

01

φουλάρ, ευρεία και μαλακή γραβάτα

foulard ou cravate large et souple porté autour du cou, souvent pour un style élégant ou formel
l'ascot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ascots
Παραδείγματα
J' aime le look classique de cet ascot.
Μου αρέσει η κλασική εμφάνιση αυτού του ascot.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store