Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'appareil de contention
01
συσκευή συγκράτησης, ρετέινερ
dispositif dentaire ou orthopédique utilisé pour maintenir la position des dents ou soutenir une partie du corps après un traitement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
appareils de contention
Παραδείγματα
Le patient porte un appareil de contention après le traitement orthodontique.
Ο ασθενής φοράει μια συσκευή συγκράτησης μετά την ορθοδοντική θεραπεία.



























