Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
en danger
01
σε κίνδυνο, απειλούμενος
qui risque de disparaître, d'être détruit ou de subir un dommage grave
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus en danger
συγκριτικός βαθμός
plus en danger
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
en danger
αρσενικό πληθυντικό
en danger
θηλυκό ενικό
en danger
θηλυκό πληθυντικό
en danger
Παραδείγματα
Les tortues marines sont en danger à cause de la pollution plastique.
Οι θαλάσσιες χελώνες είναι σε κίνδυνο λόγω της πλαστικής ρύπανσης.



























