Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mygale
01
ταραντούλα, τριχωτή αράχνη
grande araignée souvent velue et parfois venimeuse, appartenant à la famille des tarentules
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
mygales
Παραδείγματα
La mygale se déplace lentement sur le sol.
Η ταραντούλα κινείται αργά στο έδαφος.



























