le rouan
rouan
ʁwɑ̃
rvaa
romanrouen

Ορισμός και σημασία του "rouan"στα γαλλικά

01

ροάν άλογο, ροάν

cheval dont la robe est un mélange de poils blancs et de poils colorés (souvent rouges, noirs ou bruns) 
le rouan definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rouans
Παραδείγματα
Le rouan a une robe unique mêlant blanc et brun. 

Το ρουάν άλογο έχει ένα μοναδικό τρίχωμα που αναμειγνύει λευκό και καφέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store