le patio
patio

Ορισμός και σημασία του "patio"στα γαλλικά

01

αυλή, εσωτερική αυλή

cour intérieure ou espace  extérieur clos, souvent au centre d'une maison, aménagé pour la détente 
le patio definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
patios
Παραδείγματα
Le patio apporte de la lumière à toute la maison. 

Το πατιό φέρνει φως σε όλο το σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store