jugulaire
ju
ʒy
zhy
gu
gy
gy
laire
lɛʁ
ler
jubilaire

Ορισμός και σημασία του "jugulaire"στα γαλλικά

01

σφαγιτικός, σχετικός με το λαιμό

relatif à la gorge ou à la veine du cou 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jugulaire
αρσενικό πληθυντικό
jugulaires
θηλυκό ενικό
jugulaire
θηλυκό πληθυντικό
jugulaires
Παραδείγματα
Le médecin palpe la veine jugulaire pour vérifier la circulation. 

Ο γιατρός ψηλαφεί τη σφαγιτική φλέβα για να ελέγξει την κυκλοφορία.

01

πηγούνι, ταινία για το πηγούνι

sangle en cuir utilisée dans un casque pour maintenir la tête en place 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jugulaires
Παραδείγματα
Le soldat serre le jugulaire de son casque avant de partir. 

Ο στρατιώτης σφίγγει το προσωπίδιο του κράνους του πριν φύγει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store