Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
jugulaire
01
σφαγιτικός, σχετικός με το λαιμό
relatif à la gorge ou à la veine du cou
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
jugulaire
αρσενικό πληθυντικό
jugulaires
θηλυκό ενικό
jugulaire
θηλυκό πληθυντικό
jugulaires
Παραδείγματα
Le médecin palpe la veine jugulaire pour vérifier la circulation.
Ο γιατρός ψηλαφεί τη σφαγιτική φλέβα για να ελέγξει την κυκλοφορία.
Le jugulaire
01
πηγούνι, ταινία για το πηγούνι
sangle en cuir utilisée dans un casque pour maintenir la tête en place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jugulaires
Παραδείγματα
Le soldat serre le jugulaire de son casque avant de partir.
Ο στρατιώτης σφίγγει το προσωπίδιο του κράνους του πριν φύγει.



























