l'inhalateur
inh
in
in
a
a
a
la
la
la
teur
tœʁ
toer

Ορισμός και σημασία του "inhalateur"στα γαλλικά

01

εισπνευστήρας, εισπνευστήρας

dispositif permettant d'administrer un médicament directement dans les voies respiratoires 
l'inhalateur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inhalateurs
Παραδείγματα
Le patient utilise son inhalateur pour soulager l'asthme. 

Ο ασθενής χρησιμοποιεί τον εισπνευστήρα του για να ανακουφίσει το άσθμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store