Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'inhalateur
[gender: masculine]
01
εισπνευστήρας, εισπνευστήρας
dispositif permettant d'administrer un médicament directement dans les voies respiratoires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
inhalateurs
Παραδείγματα
Les enfants apprennent à utiliser correctement l' inhalateur.
Τα παιδιά μαθαίνουν να χρησιμοποιούν σωστά τον εισπνευστήρα.



























