Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
curatif
01
θεραπευτικός, ιαματικός
qui vise à guérir une maladie ou à traiter un problème de santé
Παραδείγματα
La thérapie curative nécessite un suivi régulier.
Η θεραπευτική θεραπεία απαιτεί τακτική παρακολούθηση.



























