Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Causalité
01
αιτιότητα, αιτιακή σχέση
relation entre une cause et son effet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La causalité entre le tabac et le cancer est prouvée.
Η αιτιότητα μεταξύ καπνού και καρκίνου αποδεικνύεται.



























