Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Causalité
[gender: feminine]
01
αιτιότητα, αιτιακή σχέση
relation entre une cause et son effet
Παραδείγματα
La causalité économique explique les fluctuations du marché.
Η οικονομική αιτιότητα εξηγεί τις διακυμάνσεις της αγοράς.



























