Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bardeau
01
κέραμος, σανίδα στέγης
petite plaque mince, souvent en bois , en ardoise ou en matériaux synthétiques, utilisée pour recouvrir un toit ou une façade, posée en couches superposées pour assurer l'étanchéité
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bardeaux
Παραδείγματα
Le toit est recouvert de bardeaux en bois.
Η στέγη είναι καλυμμένη με ξύλινες σανίδες.
LanGeek



























