Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Banjo
01
μπάντζο, μπάντζο
instrument à cordes pincées, avec un corps rond et une peau tendue, souvent utilisé dans le jazz, le blues et la musique country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
banjos
Παραδείγματα
Il joue du banjo dans un groupe de musique country.
Παίζει μπάντζο σε μια μπάντα μουσικής κάντρι.
LanGeek



























